ΑΡΕΤΟΥΣΑΛέγει τση· "Ακόμη δεν μπορείς, Νένα, να τα σωπάσεις,μα ξαναλές τα, κι ως θωρώ, βούλεσαι να με χάσεις.Να σμίξουν όλα τα στοιχειά, να συμβουλέψου' ομάδι,να κάμουν ένα[ν], που κιανείς να μην του βρει ψεγάδι,και να'ναι Ρήγας μοναχός, τον Κόσμο ν' αφεντεύγει,γυναίκα του να με ζητά, Ταίρι να με γυρεύγει,και να μηνύσει ο Κύρης μου την Προξενιάν ετούτη,και να μου δίδει κι από 'δά τσι χώρες και τα πλούτη,κάλλιά'χω του Ρωτόκριτου λιγάκι ολπίδα μόνο,παρά στον Κόσμο Ρήγισσα, κι άλλο να καμαρώνω.Πρικαίνεις, κι αναγκάζεις με άτιες κ' εσύ, Φροσύνη,και δε με σώνει ο λογισμός κ' η παίδα, οπού με κρίνει.
"Σήμερο θέλομεν το δει, σαν καλοξημερώσει,ίντα μαντάτο και φωνήν ο Ξένος θα μου δώσει.Κι αν είν' κ' εχάθη ο Ρώκριτος, δεις θες το θέ' να κάμω,ένα μαχαίρι στην καρδιά βάνω Γαμπρό στο Γάμο.Και τα πουλάκια, οπού'ρθασι συντροφιασμένα ομάδι,σημάδι-ν είν' πως γλήγορα παντρεύγομαι στον Άδη.Λογιάζω, κι ο Ρωτόκριτος επόθανε στα ξένα,κ' ήρθε η ψυχή του να με βρει, να σμίξει μετά μένα.Κ' εκείνον, οπού ετάξαμε στο παραθύρι ομάδι,θυμάται το, και θέλει το, μ' όλον οπού'ν' στον Άδη.Γλήγορα σμίγομε κ' οι δυό, κ' ετούτον εδηλούσαντα δυό πουλάκια που'ρθασι, κ' εγλυκοκιλαδούσαν.'Τό μάθω, πως επόθανε, ζιμιό την ώρα εκείνηπιάνω μαχαίρι να σφαγώ, κι ο Γάμος μας εγίνη.Τούτον οπού'ρθαν τα πουλιά τη νύκταν εις εμένα,ο Γάμος έχει να γενεί σε σπήλια αραχνιασμένα.
"Κ' εσύ άλλα των αλλών μου λες, Γαμπρούς μού αναθιβάνεις,και στά θωρώ, τα πράματα ξανάστροφα τα πιάνεις.Η μέρα τούτη πρι' διαβεί, κ' η άλλη πριν περάσει,δεις θες αυτές τσι Προξενιές πώς έχουσι να πάσι.Δεις θέλεις ίντα ελόγιασα, κ' ίντά'βαλα στο νου μου,κι ο Γάμος μου πώς γίνεται μακρά από του Κυρού μου.Στον Άδη στεφανώνομαι, μάρτυρας να'ναι ο Χάρος,σκουλήκια να'ναι τα προυκιά, κι ο τάφος μου νοδάρος·οι αράχνες τα στολίδια μου, κ' η μαύρη γης Παλάτι,κ' οι βρομεσμένοι κορνιαχτοί το νυφικό κρεβάτι.Σαν Κύρης, και σα Μάνα μου, σ' τόπο σκοτεινιασμένον,θέλουν μου δώσει την ευχήν ασκιές αποθαμένων.Κ' η ψη μου να'ν' χαιράμενη, πασίχαρη στον Άδη,'τό σμίξει του Ρωτόκριτου, και να'ναι πάντα ομάδι."
ΠΟΙΗΤΗΣΕπέρασεν η νύκτα τση μέσα στες ζάλες κείνες,κ' η μέρα αποδιαφώτιζε, κ' ήρθαν του Ηλιού οι ακτίνες.Δε θέλει πλιό ο Ρωτόκριτος, δε στέκει ν' ανιμένει,μα εκίνησε σπουδαχτικά, πάγει στη φλακιασμένη.Πιάνει κι ανοίγει τη φλακήν, και το κλειδί-ν εκράτει,βρίσκει τη βρόμους κι ατσαλιές κι όλο πηλά γεμάτη.Επόνεσε, λυπήθηκε, κι ως το νεκρό απομένει,να δει, για κείνον, μιάν Κεράν πώς είναι αποδομένη.Μ' ακόμη το κρατεί κουρφό, δε θα το φανερώσει,άλλη λιγάκι πείραξη βούλεται να τση δώσει.Ήσανε με του λόγου του τση Χώρας οι μεγάλοι,μα τότες μέσα στη φλακή δε θέλει να τους βάλει.
§Εμπαίνει δίχως σύντροφον, ο-για να μη γρικούσικείνα που με την Αρετή θέ' να συμβουλευτούσι.Να πορπατεί η δουλειά κουρφά, κιανείς να μη γρικήσει,ώστε να πάνε στου Ρηγός, να τως-ε συμπαθήσει.Και την ευχήν του σαν καλά Παιδιά να του ζητήξουν,να τως-ε δώσει θέλημα Αντρόγυνο να σμίξουν.
ΠΟΙΗΤΗΣ'Τό εμπήκεν ο Ρωτόκριτος εις τη φλακήν, αρχίζει,να τση μιλεί, και σπλαχνικά να την αναντρανίζει.
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣΛέγει τση· "Τό μ' ερώτηξες να σου το πω, και γρίκα,πού το'βρηκα το χάρισμα, που στη φλακή σού αφήκα.Είναι δυό μήνες σήμερον, που'λαχα σ' κάποια δάση,εις τη μεράν της Έγριπος, κ' εβγήκα' να με φάσιάγρια θεριά, κ' εμάλωσα, κ' εσκότωσα από κείνα,κι από τα χέρια μου νεκρά όλα τα πλιά απομείνα'.Με κίντυνον εγλίτωκα, κι όση ώραν επολέμου',να λυτρωθώ από λόγου τως δεν τ' όλπιζα ποτέ μου.Μα εβούηθησε το Ριζικόν, τ' Άστρη μ' ελυπηθήκαν,κ' εσκότωσα, κ' εζύγωξα, κι αλάβωτο μ' αφήκαν.
"Δίψα μεγάλη εγρίκησα στον πόλεμον εκείνον.Γυρεύγοντας να βρω δροσάν, ήσωσα σ' ένα πρίνον,και παραμπρός μού εφάνιστη, κουτσουναράκι εκτύπα.Σιμώνω, βρίσκω το νερό στου χαρακιού την τρύπα.Ήπια το κ' εδροσίστηκα, κ' επέρασέ μου η δίψα,μα πούρι κι άλλα βάσανα ετότες δε μου λείψα'.Ήκατσα να ξεκουραστώ σιμά στο κουτσουνάρι,όντε γρικώ αναστεναμόν και μύσμα του αρρωστιάρη·και μπαίνω μέσα στα δεντρά, που'σαν κοντά στη βρύση,ο-για να βρω, κι ο-για να δω εκείνον, οπού μύσσει.Βρίσκω ένα νιόν ωριόπλουμον, που'λαμπε σαν τον Ήλιο,κ' εκείτετο ολομάτωτος ομπρός εις ένα σπήλιο.Σγουρά, ξαθά'χε τα μαλλιά, κ' εις τα σοθέματά του,μ' όλον οπού'τον σα νεκρός, ήδειχνε η ομορφιά του.Και δυό θεριά στο πλάγι του ήσανε σκοτωμένα,και το σπαθί και τ' άρματα, όλα του ματωμένα.
"Σιμώνω, χαιρετώ τον-ε, λέγω του· "Αδέρφι, γειά σου·ίντά'χεις κι απονέκρωσες; πού 'ναι η λαβωματιά σου;"Τα μάτια του είχε σφαλιστά, τότες τ' αναντρανίζει,κ' εθώρειε, δίχως να μιλεί, και στο λαιμόν του 'γγίζει.Με το δακτύλι δυό φορές ήδειχνε να γνωρίσω,πως είναι εκεί η λαβωματιά, να δω να του βουηθήσω.Το στήθος του εξαρμάτωσα, και μιά πληγή τού βρίσκω,δαμάκι-ν αποκατωθιό από τον ουρανίσκο.Ολίγο κι ουδέ τίβοτσι τον είχε δαγκαμένον,μα'θελεν έχει το θεριό δόντι φαρμακεμένον,κ' επήρεν του τη δύναμιν, και την πνοήν του εχάσε,και το φαρμάκι επέρασε, και μέσα τον επιάσε.Κι αγάλια-αγάλια εχάνετο, σαν το κερί όντε σβήνει.Ήκλαψα κ' ελυπήθηκα πολλά την ώρα εκείνη.Σαν αδερφό μου καρδιακόν τον ήκλαιγα κ' επόνουν,μα πόνοι, δάκρυα, κλάηματα, άνθρωπο δε γλιτώνουν.Εψυχομάχειε, κ' ήδειχνε να στέκω, μη μισέψω,κ' εθάρρειε πως έτοια πληγή ημπόρου' να γιατρέψω.Εις τούτα τα βαρέματα, που'το να ξεψυχήσει,μου'δειχνε πως εκεί κοντά θέλει να μου μιλήσει.
"Σιμώνω, και φιλώ τον-ε, θωρώ κι αναδακρυώνει,το στόμα με το στόμα μου περ'λαμπαστά σιμώνει.Κ' ήπασκε κι αντρειεύγετον ο-για να μου μιλήσει,μα το φαρμάκι τση πληγής δε θέ' να τον αφήσει.Δείχνει μου το δακτύλι του, που'χε το Δακτυλίδι,κ' εγνώρισα πως χάρισμα σα φίλος μού το δίδει.Μα δεν το βάστουν στην καρδιάν, να θέ' να του το βγάλω,μα μετά κείνον ήθελα στο μνήμα να τον βάλω.Λέγω του, να'χει απομονή, να το φορεί στη χέρα,και να μηδέν πρικαίνεται εις ό,τι τ' Άστρη εφέρα'.
"Ως μου'κουσε, εμαζώχτηκε, κ' ήδειξε να μανίσει,και να μακρύνω αποδεκεί δε θέλει να μ' αφήσει.Ήκλαιγε κι ανεστέναζε με κουρασά μεγάλη,ήπασκε κ' εδικίμαζεν εκείνος να το βγάλει.Σαν είδε πως δεν ημπορεί, μου ξαναδείχνει πάλι,κ' επιάσε το δακτύλι μου, που'θελε να το βάλει.Βγάνω το με τα κλάηματα απ' τ' αργυρό δακτύλι,και δίδω τού το, πιάνει το, σιμώνει το στα χείλη.Φιλεί το μ' αναστεναμούς, κι απόκει μου το δίδει,κ' επιάσα το απ' το χέρι του κ' εγώ το Δακτυλίδι.Τότες μιά σιγανή φωνή μόνον τ' αφτιά μου ακούσα',κ' είπασιν-ε τα χείλη του· "Εχάσα σε, Αρετούσα".Άλλα δυό λόγια εμίλησεν, εις όρκον οπού εμόσα',μα δεν τα ξεκαθάρισα, κ' εμπέρδαινέ του η γλώσσα.Ετούτον είπε μοναχάς, κ' ετέλειωσε η ζωή του,και με πρικύ αναστεναμόν εβγήκεν η ψυχή του.Τούτα τα χέρια οπού θωρείς, λάκκο ζιμιό του εσκάψαν,τούτα τον εσηκώσασι, και τούτα τον εθάψαν."ΠΟΙΗΤΗΣΏς τ' άκουσεν η Αρετή, ώρα λιγάκι εστάθηαμίλητη, κι ο πόνος τση την ήκαμε κ' εχάθη.Κ' έτοιας λογής εις τση καρδιάς τα βάθη την επιάσε,που απόμεινε σαν τη νεκρή, την αναπνιάν τση εχάσε.Ασάλευτη εστοχάζετο, με δίχως να μιλήσει,κι οπού την ήθελεν ιδεί, δεν ήθελε γνωρίσει,γ-ή άνθρωπος είν', γ-ή σγουραφιά, γ-ή ξύλο είναι, γ-ή λίθος,τόσα πολλά που εχάθηκε στου πόνου τση το βύθος.Τα δάκρυα τση αποφρύξασι, κ' η πρίκα τση τα χώνει,και τούτον έχουν φυσικόν πάντα οι μεγάλοι πόνοι.Η γλώσσα τση είναι ασάλευτη, τα χείλη δε μιλούσι,τα μάτια εθαμπωθήκασι, δε βλέπουν πλιό να δούσι.Σαν όντε κάνει την πληγή στη σάρκα το μαχαίρι,που ομπρός το αίμα σύρνεται εις τση καρδιάς τα μέρη,κι απόκει τρέχει στην πληγή, σαν την καρδιά βλεπήσει,κ' εβγαίνει απόξω, και κινά, σαν το [α]ρμηνεύγει η Φύση―έτσι κι αυτή προς την καρδιάν τα δάκρυα τση εσυρθήκαν,κι απόκει από τα μάτια τση σαν ποταμός εβγήκαν.Ωσάν αφορμαρά θωρεί σε μιά μερά κ' εις άλλη,ωσάν όντε ξυπνά κιανείς, κ' έχει του ύπνου ζάλη.Απάνω-κάτω συντηρά, δεξά-ζερβά γυρίζει,κι απόκει με τα κλάηματα έτοιας λογής αρχίζει.Επλήθυνε η αποκοτιά, κ' εχάθηκεν η τάξη,το νου τση εγρίκα σαν πουλί να φύγει, να πετάξει.Κιανέναν πλιό δε ντρέπεται, κιανένα δε φοβάται,και με τους αναστεναμούς τα Πάθη τση δηγάται.
ΑΡΕΤΟΥΣΑ"Ρωτόκριτε, ίντα θέλω πλιό τη ζήση να μακραίνω;Ποιά ολπίδα πλιό μου 'πόμεινε, και θέλω ν' ανιμένω;Δίχως σου πώς είν' μπορετό στον Κόσμον πλιό να ζήσω;Ανάθεμα το Ριζικόν στά φύλαγεν οπίσω!Με τη ζωή σου είχα ζωήν, και με το φως σου εθώρου',τα Πάθη μου, θυμώντας σου, επέρνου' σαν ημπόρου'.Τον εαυτό μου αρνήθηκα, και μετά σένα-ν ήμου',στο θέλημά σου ευρίσκετο Θάνατος και ζωή μου.Ξύπνου μου σ' είχα μες στο νουν, κοιμώντας, στ' όνειρό μου,κ' ετούτη η θύμηση ήτονε πάντα το γιατρικό μου.Αρνήθηκα τα πλούτη μου, τον Κύρην, και τη Μάνα,ποτέ δεν εβαρέθηκα τα Πάθη, που μου κάνα'.Θυμώντας σ[ου], Ρωτόκριτε, πως μου'σαι νοικοκύρης,εγίνουσουν και Μάνα μου, εγίνουσουν και Κύρης.Με το παλέτσι εντύθηκα, κ' εις τ' άχερα κοιμούμαι,και τη φτωχειά δεν την ψηφώ, τους πόνους δε βαριούμαι.Για σένα αφήκα τσ' Αφεντιές, κ' εμίσησα τα πλούτη,για σένα με σφαλίσασιν εις τη φλακήν ετούτη.Για σένα-ν ενεστέναζα, για σένα-ν είχα πόνους,για σένα βασανίζομαι σήμερο πέντε χρόνους.Τες πρίκες δεν εγύρευγα, τους πόνους δεν εγρίκουν,με τη δική σου θύμησιν το Ριζικόν ενίκουν.
"Μοίρα μου, κ' ίντα λείπεσαι, να κάμεις πλιό σ' εμένα;Τη σήμερο μ' ενίκησες, όχι στα περασμένα.Ό,τι κι αν είχα, επήρες τα, ίντ' άλλο σου απομένει;Κ' ίντ' ανιμένει πλιό να δει ένας, οπού κερδαίνει;Ενίκησες τον πόλεμον, οπού'χες μετά μένα,και δε σ' εψήφουν ώς εδά στά μου'χες καμωμένα.Πάντα επολέμου' δυνατά, κι όλπιζα να νικήσω,μα σήμερο μ' ενίκησες στά φύλαγες οπίσω.Κι ακόμη θέλεις με να ζω, όχι για να'χω ζήση,μα για να βασανίζομαι σ' έτοια μεγάλη κρίση;Εγώ δε σε φοβούμαι πλιό, ουδ' ο νους μου σε λογιάζει,γιατί η ολπίδα όπου βρεθεί, το φόβο συντροφιάζει.Μα εδά οπού εκείνη εμίσεψε, κι απ' την καρδιά μου εχάθη,εγώ δεν τα φοβούμαι πλιό του Ριζικού τα Πάθη.Σήμερο απόμεινα άφοβη, δεν έχω πλιό ίντ' ολπίζει,το Ριζικό δεν το ψηφώ, η Μοίρα δε μ' ορίζει.
"Μοίρα, δε σε φοβούμαι πλιό, κι ό,τι κι α' θέλεις κάμε,κι αν με γυρεύγεις να με βρεις, λέγω σου, πως επά'μαι.Και θέ' να πάρω Θάνατον, κι απείτις αποθάνω,κάμε το πλιά χερότερον εις το κορμί μου απάνω.Εις τα βουνιά ας με ρίξουσι, και τα θεριά ας με φάσι,η απονιά σου να χαρεί, κ' η γνώμη να χορτάσει.Ζώντα μου μ' εδυσκόλευγες τόν αγαπώ ν' αφήσω,μα όλπιζα με το Θάνατον κ' εγώ να σε νικήσω.Να πάγει η ψη να τον-ε βρει, μ' όλον που με κατέχεις,γιατί εις την ψη μας δύναμιν και μπόρεση δεν έχεις.Δεν είν' στον Άδη Ριζικά, δεν είν' στον Άδη Μοίρες,δεν είν' στον Άδη κέρδητα, και σώνει σε ό,τι επήρες.