Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα · 1929

Ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης · Ποιήματα
Μπήκε στο καφενείο όπου επήγαιναν μαζύ.—Ο φίλος του εδώ προ τριώ μηνών του είπε,«Δεν έχουμε πεντάρα. Δυο πάμπτωχα παιδιάείμεθα — ξεπεσμένοι στα κέντρα τα φθηνά.Σ’ το λέγω φανερά, με σένα δεν μπορώνα περπατώ. Ένας άλλος, μάθε το, με ζητεί.»Ο άλλος τού είχε τάξει δυο φορεσιές, και κάτιμεταξωτά μαντήλια.— Για να τον ξαναπάρειεχάλασε τον κόσμο, και βρήκε είκοσι λίρες.Ήλθε ξανά μαζύ του για τες είκοσι λίρες·μα και, κοντά σ’ αυτές, για την παληά φιλία,για την παληάν αγάπη, για το βαθύ αίσθημά των.—Ο «άλλος» ήταν ψεύτης, παληόπαιδο σωστό·μια φορεσιά μονάχα του είχε κάμει, καιμε το στανιό και τούτην, με χίλια παρακάλια.
Μα τώρα πια δεν θέλει μήτε τες φορεσιές,και μήτε διόλου τα μεταξωτά μαντήλια,και μήτε είκοσι λίρες, και μήτε είκοσι γρόσια.
Την Κυριακή τον θάψαν, στες δέκα το πρωί.Την Κυριακή τον θάψαν: πάει εβδομάς σχεδόν.
Στην πτωχική του κάσα του έβαλε λουλούδια,ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύστην εμορφιά του και στα είκοσι δυο του χρόνια.
Όταν το βράδυ επήγεν— έτυχε μια δουλειά,μια ανάγκη του ψωμιού του— στο καφενείον όπουεπήγαιναν μαζύ: μαχαίρι στην καρδιά τουτο μαύρο καφενείο όπου επήγαιναν μαζύ.