Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα · 1929

Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης · Ποιήματα
Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγωνα εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.
Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησανα προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθηνπου οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπανμε προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.
Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρηπου από την άκρην όπου στάθηκαείδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.
Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομέςχωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δωστα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μαςνα χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχουςμε την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·και σκέπτομουν που έχασα για πάντατην εμορφιά του, που έχασα για πάντατον νέον που λάτρευα παράφορα.
Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν γιατην τελευταία μέρα που έζησε—στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρητέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχέςενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).
Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.Από την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, ότανπρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.Απ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούςόταν ετύχαινε η παρέα μαςνα συναντήσει αντίθετη παρέα.Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.Μάλιστα μια φορά τον είπαμεπως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.Όμως σαν να δυσαρεστήθηκεμ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.Α κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.Όταν ενθουσιασμένος ένας μαςείπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπότην εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,του πανωραίου Απόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».
Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνωςγια την ψυχή του νέου δέονταν.—Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,και με τι προσοχήν εντατικήστους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζοντανόλα για την χριστιανική κηδεία.Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτηεντύπωσις. Αόριστα, αισθάνομουνσαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,με τους δικούς του, και που γένομουνξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλαμια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθείαπό το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθείαπ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.