Ἤταν ὡραῖα ὡς σύνολο τὰ ἐπιστημονικὰβιβλία, οἱ αἱματόχρωμες εἰκόνες τους, ἡ φίληποὺ ἀμφίβολα κοιτάζοντας ἐγέλα μυστικά,ὡραῖο κι ὅ,τι μᾶς ἔδιναν τὰ φευγαλέα της χείλη...
Τὸ μέτωπό μας ἔκρουσε τόσο ἁπαλά, μὲ τόσηἐπιμονή, ποὺ ἀνοίξαμε γιὰ νἄμπη σὰν κυρίαἡ Τρέλα στὸ κεφάλι μας, ἔπειτα νὰ κλειδώση.Τώρα ἡ ζωή μας γίνεται ξένη, παλιὰ ἱστορία.
Τὸ λογικό, τὰ αἰσθήματα μᾶς εἶναι πολυτέλεια,βάρος, καὶ τὰ χαρίζουμε τοῦ κάθε συνετοῦ.Κρατοῦμε τὴν παρόρμηση, τὰ παιδικά μας γέλια,τὸ ἔνστικτο ν’ ἀφινόμεθα στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ.
Μιὰ κωμωδία ἡ πλάση Του σὰν εἶναι φρικαλέα,Ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει πάντοτε τὴν πρόθεση καλή,εὐδόκησε στὰ μάτια μας νὰ κατεβάση αὐλαία—ὤ, κωμωδία!—τὸ θάμπωμα, τὄνειρο, τὴν ἀχλύ.
...Κ’ ἤταν ὡραία ὡς σύνολο ἡ ἀγορασμένη φίλη,στὸ δείλι αὐτὸ τοῦ μακρινοῦ πέρα χειμῶνος, ὅταν,γελώντας αἰνιγματικά, μᾶς ἔδινε τὰ χείληκ' ἔβλεπε τὸ ἐνδεχόμενο, τὴν ἄβυσσο ποὺ ἐρχόταν.