Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα

Ὁ Μιχαλιός

Κώστας Καρυωτάκης · Ελεγεία και Σάτιρες
Τὸ Μιχαλιὸ τὸν πήρανε στρατιώτη.Καμαρωτὰ ξεκίνησε κι ὡραῖαμὲ τὸ Μαρὴ καὶ μὲ τὸν Παναγιώτη.Δὲ μπόρεσε νὰ μάθη κὰν τὸ «ἐπ’ ὤμου».Ὅλο ἐμουρμούριζε: «Κύρ-Δεκανέα,ἄσε με νὰ γυρίσω στὸ χωριό μου».
Τὸν ἄλλο χρόνο, στὸ νοσοκομεῖο,ἀμίλητος τὸν οὐρανὸ κοιτοῦσε.Ἐκάρφονε πέρα, σ’ ἕνα σημεῖο,τὸ βλέμμα του νοσταλγικὸ καὶ πρᾶο,σὰ νἀλεγε, σὰ νὰ παρακαλοῦσε:«Ἀφίστε με στὸ σπίτι μου νὰ πάω».
Κι ὁ Μιχαλιὸς ἐπέθανε στρατιώτης.Τὸν ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,μαζί τους ὁ Μαρὴς κι ὁ Παναγιώτης.Ἀπάνω του σκεπάστηκεν ὁ λάκκος,μὰ τοῦ ἄφισαν ἀπέξω τὸ ποδάρι:Ἤταν λίγο μακρὺς ὁ φουκαράκος.