Ὁ κῆπος εἶμαι ποὺ ἄλλοτε μὲ τἄνθη του εὐωδοῦσεκ' ἐγέμιζε μὲ χαρωπὸ τιτύβισμα πουλιῶν,ποὺ μὲ κρυφομιλήματα καὶ ψίθυρο φιλιῶν,τὴ νύχτα, στὴ σκιάδα του, ἡ ἀγάπη ἐπερπατοῦσε.
Ὁ κῆπος εἶμαι ποὺ ἔμεινε χρόνια πολλὰ στὴν ἴδιαθέση, μάταια προσμένοντας κάποιαν ἐπιστροφὴ,ποὺ ἀντὶ λουλούδια τώρα πιὰ στἀγκάθια ἔχει ταφεῖ,ποὺ σώπασαν τἀηδόνια του καὶ πνίγεται στὰ φίδια.