Μετάβαση στο περιεχόμενο
grecolingua.gr
Ανδρέας Κάλβος · Ο φιλόπατρις
Ποίημα · 1824

Ο φιλόπατρις

Ανδρέας Κάλβος · Η Λύρα
Ω φιλτάτη πατρίς,ω θαυμασία νήσος,Ζάκυνθε· συ μου έδωκαςτην πνοήν, και του Απόλλωνοςτα χρυσά δώρα!
Και συ τον ύμνον δέξου·εχθαίρουσιν οι Αθάνατοιτην ψυχήν, και βροντάουσινεπί τας κεφαλάςτων αχαρίστων.
Ποτέ δεν σε ελησμόνησα,ποτέ· ― Και η τύχη μ' έρριψεμακρά απόσε· με είδετο πέμπτον του αιώνοςεις ξένα έθνη.
Αλλά ευτυχής, ή δύστηνοςόταν το φως επλούτητα βουνά, και τα κύματα,σε εμπρός των οφθαλμών μουπάντοτες είχον.
Συ, όταν τα ουράνιαρόδα με' το αμαυρότατονπέπλον σκεπάζη η νύκτα,συ είσαι των ονείρων μουη χαρά μόνη.
ϛ'.Τα βήματά μου εφώτισεποτέ εις την Αυσονίαν,γη μακαρία, ο ήλιος·κει καθαρός ο αέραςπάντα γελάει.
Εκεί ο λαός ηυτύχησεν·εκεί η Παρνάσιαι κόραιχορεύουν, και το λύσιονφύλλον αυτών την λύρανκει στεφανώνει.
Άγρια, μεγάλα τρέχουσιτα νερά της θαλάσσης,και ρίπτονται, και σχίζονταιβίαια επί τους βράχουςαλβιονείους.
Αδειάζει επί τας όχθαςτου κλεινού Ταμησσού,και δύναμιν, και δόξαν,και πλούτον αναρίθμητοντο αμαλθείον.
Εκεί το αιόλιον φύσημαμ' έφερεν· η ακτίνεςμ' έθρεψαν, μ' εθεράπευσαντης υπεργλυκυτάτηςελευθερίας.
Και τους ναούς σου εθαύμασατων Κελτών ιεράπόλις· του λόγου ποία,ποία εις εσέ του πνεύματοςλείπει αφροδίτη;
Χαίρε Αυσονία, χαίρεκαι συ Αλβιών, χαιρέτωσαντα ένδοξα Παρίσια·ωραία και μόνη η Ζάκυνθοςμε κυριεύει.
Της Ζακύνθου τα δάση,και τα βουνά σκιώδη,ήκουον ποτέ σημαίνοντατα θεία της Αρτέμιδοςαργυρά τόξα.
Και σήμερον τα δένδρα,και τας πηγάς σεβάζονταιδροσεράς οι ποιμένες·αυτού πλανώνται ακόμαη Νηρηΐδες.
Το κύμα ιώνιον πρώτονεφίλησε το σώμα·πρώτοι οι ιώνιοι Ζέφυροιεχάϊδευσαν το στήθοςτης Κυθερείας.
ιϛ'.K' όταν το εσπέριον άστρονο ουρανός ανάπτη,και πλέωσι γέμοντα έρωτοςκαι φωνών μουσικώνθαλάσσια ξύλα·
Φιλεί το ίδιον κύμα,οι αυτοί χαϊδεύουν Ζέφυροιτο σώμα και το στήθοςτων λαμπρών Ζακυνθίωνάνθος παρθένων.
Μοσχοβολάει το κλίμα σου,ω φιλτάτη πατρίς μου,και πλουτίζει το πέλαγοςαπό την μυρωδίαντων χρυσών κήτρων.
Σταφυλοφόρους ρίζας,ελαφρά, καθαρά,διαφανή τα σύννεφαο βασιλεύς σού εχάρισετων Αθανάτων.
Η λαμπάς η αιώνιοςσου βρέχει την ημέραντους καρπούς, και τα δάκρυαγίνονται της νυκτόςεις εσέ κρίνοι.
Δεν έμεινεν έαν έπεσεποτέ εις το πρόσωπόν σουη χιών· δεν εμάρανεποτέ ο θερμός Κύων,τα σμάραγδά σου.
Είσαι ευτυχής· και πλέονσε λέγω ευτυχεστέραν,ότι συ δεν εγνώρισαςποτέ την σκληράν μάστιγαεχθρών, τυράννων.
Ας μη μου δώση η μοίρα μουεις ξένην γην τον τάφον·είναι γλυκύς ο θάνατοςμόνον όταν κοιμώμεθαεις την πατρίδα.