Ἡλιόδωρος
Ἔμεσα Συρίας · 200–280 · Ἑλληνορωμαϊκή Ἐποχή
Ὁ Ἡλιόδωρος ἀπό τήν Ἔμεσα τῆς Συρίας (πιθ. 3ος αἰ. μ.Χ.) αὐτοσυστήνεται στήν τελευταία γραμμή τοῦ ἔργου του: «ἀνὴρ Φοῖνιξ Ἐμισηνός, ἀπὸ γένους Ἡλίου, Θεοδοσίου παῖς Ἡλιόδωρος». Τά «Αἰθιοπικά» του εἶναι τό ἐκτενέστερο καί τεχνικότερο ἀρχαῖο μυθιστόρημα: ἡ Χαρίκλεια, λευκή κόρη τῶν μαύρων βασιλέων τῆς Αἰθιοπίας, καί ὁ Θεσσαλός Θεαγένης περιπλανῶνται ἀπό τό Δέλτα τοῦ Νείλου ὥς τή Μερόη, ἀνάμεσα σέ ληστές, σατράπες καί ἱερεῖς, ὥς τήν ἀναγνώριση καί τόν γάμο στόν βωμό τοῦ Ἥλιου.
Ἡ ἀρχή του — in medias res, μέ τή σκηνή τῆς σφαγῆς στήν ἀκτή ἰδωμένη μέσα ἀπό τά μάτια ληστῶν πού δέν καταλαβαίνουν τί βλέπουν — εἶναι τό τολμηρότερο ἀφηγηματικό ἄνοιγμα τῆς ἀρχαιότητας, καί ἡ σφιχτοδεμένη πλοκή του ἔγινε τό πρότυπο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ μυθιστορήματος: ὁ Θερβάντες τό μιμήθηκε στόν «Περσίλη», ὁ Ρακίνας τό ἤξερε ἀπ' ἔξω, καί ὁ Κοραῆς τό ἐξέδωσε ὡς πρόγονο τῆς νεοελληνικῆς πεζογραφίας.