Γονιου κατάρα ζώστηκανστὰ τρίδιπλα νεφρά τους,τὸν πρῶτο δρόμο παίρνουνεποῦ βρίσκουνε μπροστά τους,μαῦροι σκοτεινοὶ θεομάχοιπαίρνουν ὅποιο δρόμο λάχῃ.
Τοὺς μήνυσε ὁ Ἀντίδικοςτοῦ θερισμοῦ τὴν ὥρα,μεστὰ τὰ στάχια ξάσπρισανστὴ γῆ τὴ πλουτοφόρα·καὶ στὸ ἀκόνι τὸ δρεπάνισὰ νὰ τρίζουν δόντια κάνει.
Στὶς πλεῦρες καὶ στ’ ἀνάπλαγαποῦ δὲ ζυγώνει ἀλέτριτἀρίθμητο σὰ μερμηγκιὰμαυρίζει ψυχομέτρι·πορπατοῦν θαρρεῖς κ’ οἱ στράτεςμὲ τοὺς μαύρους στρατολάτες.
Κατάνακρ’ ἀπὸ τὸ γκρεμνὸστὰ πέριορα τοῦ ἀβύσσου,ἄκου, ὁ ἐχθρὸς κράζει τοῦ ἐχθροῦ:Στάσου νἀρθῶ μαζί σου!—Τράβα κι ὅπου πᾷς θὲ ναὔρωτοῦ ποδιοῦ σου χνάρι μαῦρο.
Στὸ ναὶ καὶ στ’ ὄχι στέκεταιἡ δίβουλή τους γνώμη,δεξὰ νὰ πάρουν ἢ ζερβὰτὸ διπλοσταυροδρόμι·σταματοῦν καὶ μὲ καινούργιαξαναπαίρνουν δρόμο φούρια…
Δὲν εἶναι πιὰ ξημέρωμαδὲν εἶναι βράδυ ἀκόμα,μὰ ὅπου καὶ νἆναι φτάνουνεμὲ τὴ ψυχὴ στὸ στόμα·φέρνουν, ξέρεις, ὅλοι οἱ δρόμοιστὴν ἑφτάλοφη τὴ Ρώμη.