Τησ πούλιας γέρν’ ἀπὸ ψηλὰ τὸ ἑφτάδιπλο τ’ ἀστέρι·ξύπνα, Ροδόπη — τ’ αὐγινὸ δροσόπαγο τινάζειτοῦ ὕπνου τ’ ἀποκάρωμα· ξύπνα, κι ἀσπρογαλιάζειθαμπὸς ἀκόμη περουζὲς τὸ γλυκοχαραμέρι.
Ρόδα καὶ ρόδα ὁ ξανθὸς ὁ Ἥλιος θὰ σοῦ φέρῃσὰν τὴν ἀγάπη του παλιά, πιὸ νέα ἀπ’ τὸ χαλάζι·ἐμπρόβαλε καὶ μὲ φιλὶ στὸ μέτωπό σου βάζειστεφάνια δροσοστάλαγα τὸ ἐρωτικό του χέρι.
Νύχτα στὰ ποροφάραγγα ἀκόμα βασιλεύει,τὰ σγουρὰ δάση, οἱ λαγκαδιὲς δὲ βλέπουν ἥλιου ἀχτίδακαὶ ὁ Στρυμὼν χαμοσυρτὸς στὰ πόδια της ζαλεύει.
Μὰ ἡ Ροδόπη ξέφωτη στηλώνει τὴν κορφή τηςμεσουρανίς· κι ἀπάνω της, ὡσὰν δροσοσταλίδασὲ φύλλα ρόδου, ὁ στερνὸς γυαλίζει Ἀποσπερίτης.