ΤΑ τρία τἀδέρφια ἐμέρασαν καὶ πῆρανκαθένας χωριστὰ κι ἀπὄνα δρόμο:ὁ πρῶτος τῆς Δουλειᾶς, ὁ ἄλλος τῆς Μοίραςκαὶ τῆς Ἀγάπης ὁ στερνὸς πῆρε τὸ δρόμο.-Ἐγὼ εἶμαι ὁ Τρύφων ὁ στερνός, ποῦ πῆρατῆς Ἀγάπης τὸ δρόμο!
Μαζεύει ὁ πρῶτος χεροπάλαματἀσῆμι καὶ τὸ μάλαμα,σκορπάει στὴ στράτα ὁ ἄλλος χεροπάλαματἀσῆμι καὶ τὸ μάλαμα,κι ὁ Τρύφων ὁ στερνὸς σκορπάει τραγούδιακαὶ μαζεύει λουλούδια.
Καὶ κάτω ἀπ’ τὰ λουλούδια ὀχιές, δεντρογαλιές,μιὰν ἁρμαθιὰ δένουν φιλιὲςκαὶ τὰ πουλιὰ ἀπὸ τὶς φωλιὲςτὸ κελαϊδοῦνε:τὸ πῶς μερώνουν κ’ οἱ ὄχεντρεςσὰν ἀγαποῦνε!
Κι ὁ Τρύφων ὁ στερνός σκορπάει τραγούδιακαὶ μαζεύει λουλούδια.. . . . . . . . . . . . .Κάπου ἀπαντάει τὸ γέρο του παπούληποῦ μεροφάγι μεροδούλιξεφάντωσε ὅλα του τὰ νιᾶτακαὶ γύριζε ἀπ’ τὴν ἴδια στράτακαὶ τοῦ ἀκλουθούσανε πολλοί,μοῦλες καὶ μοῦλοι...
—Ὧρες καλές, τἀνίψι μου· ἀμετάνοιωτοςνὰ γύρῃς σὰν καὶ μένα πάλι πίσω.-Μὲ τὴν εὐχή σου, γέρο· τὴ Χρυσόφρυδηθὰ πάω νὰ κυνηγήσω.―Ὧρες καλές, τἀνίψι μου· μἀνάνιωσεςποῦ δὲν ντροπιάζεις τὴ γενιά σου.-Μὲ τὴν εὐχή σου, γέρο· τὴ Χρυσόφρυδηθὰ πάω νὰ ξελογιάσω.
Κι ἀπ’ τὸ ἡλιοστάσι ὡς τὸ ἡλιοτρόπιχῶρες περνάει, περνοῦνε τόποι,κι ἀπ’ τὸ ἡλιοτρόπι ὡς τὸ ἡλιοστάσιπροβαίνει δίχως ν’ ἀποστάσῃ·
τὰ στήθια δὲν τοῦ καί’ ἡ ἀλήθεια·βρίσκει τἀθάνατο νερὸ-ἕναν καιρὸ καὶ μιὰ φορὰ- στὰ παραμύθια.
Καὶ κάπου μιὰ νυχτιά, κ’ ἦταν ἡλιόκρισητοῦ φεγγαριοῦ, τὴ βρίσκειποῦ τὸν ἀνάμενε ἡ Χρυσόφρυδηστὴν κρουσταλλένια τῆς Ἀγάπης βρύση,κι ὁ νοῦς του δὲν ταράχτηποῦ λάμπαν τὰ ξανθά της σὰν χρυσόνεμαστὸ ἐλεφαντένιο ἀδράχτι...
-Χαρὰ στὸν ἐρωτόκριτο, τὸν ἄξιο ἀρχαύληποῦ σέρνει ἀγάπες πίσω του κοπάδιαμὲ τὰ γλυκὰ τραγούδια του καὶ τὸ σουραύλικαὶ μὲ τἀβάσκαντα γλυκά του μάτια,ποῦ στοίχημα θενὰ τοῦ βάλω:ἂν μ’ ἀποστάσῃς στὸ χορό, μὲ παίρνεις σκλάβα,κι ἂν σ’ ἀποστάσω λάλημα, σὲ παίρνω σκλάβο!. . . . . . . . . . . . .Ἐγὼ εἶμαι ὁ Τρύφων, δόξα μου! ποῦ πῆρατὴ Χρυσόφρυδη σκλάβα!