Συρτε καὶ πάρτε τἄμεστα κι ἀθῷα μαζί σας βρέφηποῦ ἀκόμα πνέουν τὰ χνῶτα τους τὸ χθεσινό σας γάλακαί, ἄγριες μαννάδες, σύρετε πεζούρα καὶ καβάλλαἐκεῖ ὅπου μ’ αἷμα ὁ κύρης τους ἐχθρῶν τὸν κάμπο θρέφει.
Ἦρθαν οἱ ἐχθροί, μὰ σκόρπισαν σὰν τῆς βροχῆς τὰ νέφη·καὶ τώρ’ ἂς τρέξουν τὰ μωρὰ μὲς στοὺς νεκροὺς πιλάλακ’ ἐνῶ πατοῦν ζεστὰ κορμιὰ ποῦ θέρισεν ἡ μπάλλα,τὰ τουμπελέκια οἱ ἀτσίγγανοι ἂς βροντοῦν, βροντοῦν τὸ ντέφι.
Καὶ μὲς στὴ σύσμιχτη βουὴ τὸ αἷμα, ποῦ ἀκόμ’ ἀχνίζει,μίση μὲ τὸ μεθύσι του στὰ βρέφη σας ἂς μάθῃνὰ πιάσουν ρίζες καὶ ριζιὲς στῶν σπλάχνων τους τὰ βάθη·
Τί νὰ τοὺς κάμῃ ὅσο ἤπιανε γάλα ἀπ’ τὸ ρωγοβύζι;εἶναι τὸ γάλα σας νερὸ κ’ αἷμα ἡ ψυχὴ γυρεύει—Δράκο ἂν δὲν φάῃ δράκοντας, θεριεύει; δὲν θεριεύει…