Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα · 1330

ΦΛΩΡΕΝΤΙΟΣ ΚΑΙ ΙΣΑΒΕΛΛΑ ΠΡΙΓΚΙΠΕΣ ΜΟΡΕΩΣ (Ε΄)

Ἀνώνυμος (Χρονικόν τοῦ Μορέως) · Τὸ Χρονικὸν τοῦ Μορέως
τὸ πῶς οἱ Φράγκοι ἐσώσασιν ἐκεῖσε εἰς τὴν Ἄρταν,κ᾿ ἐκίνησαν καὶ ἔρχονται στὰ Γιάννινα ὁλόρθα.Τὸ ἀκούσει το ὁ Δεμέστικος κι ὅλα του τὰ φουσσᾶτα,τὸ πῶς οἱ Φράγκοι ἔσωσαν καὶ ἔνι εἰς τὴν Ἄρταν,οὐδὲν ἀνάμειναν ποσῶς βουλὴν νὰ ἔχουν ἐπάρει·κ᾿ εἶπαν οἱ φρονιμώτεροι, οἱ πρῶτοι τοῦ φουσσάτου,ὅτι ἀτός του ὁ βασιλέας, ἂν ἦτο ἐκεῖ μετ᾿ αὔτους,οὐδὲν ἐτόλμα νὰ σταθῇ, τοὺς Φράγκους νὰ ἀπαντήσῃ,καὶ ἦτον τιμιώτερον πρότερα νὰ μισσέψουν,παρὰ νὰ τοὺς εὕρουσιν ἐκεῖ, νὰ τοὺς ἔχουσιν φονέψει.Ὅμως τὸ ἀκούσει ὅτι ἤλθασιν οἱ Φράγκοι εἰς τὴν Ἄρταν,οὐδὲν ἀνάμειναν ποσῶς βουλὴν καμμίαν ἐπάρει·εὐθέως ἐξετεντώσασιν κ᾿ ἐρρίξαν τὲς κατοῦνες·ἀφνίδιως, ὡς εὑρέθησαν, ἐκίνησαν κ᾿ ὑπάγουν,οὔτε φλάμουρα ἐσήκωσαν, οὔτε ἀλλάγια ἐποῖκαν,ἀλλ᾿ ὡσὰν νὰ τοὺς ἐδιώχνασιν μὲ τὰ κοντάρια οἱ Φράγκοι,οὕτως καὶ ἀσχημότερα ἐβάλθησαν κ᾿ ἐφεῦγαντὴν στράταν ὅπου ἤλθασιν ἀπέκει ἐκ τὴν Βλαχίαν.632 Τὸ ἰδεῖ τους ἐκ τὰ Γιάννινα ἐκεῖνοι ἀπὸ τὸ κάστρο,ἐγνώρισαν κι ἀπείκασαν φεύγουσιν οἱ Ρωμαῖοι.Μαντατοφόρους ἔστειλαν εὐθέως εἰς τὸν Δεσπότην·«Νὰ μάθῃς ἀφέντη, Δέσποτα, ἐφύγαν οἱ Ρωμαῖοι».Ὡς τὸ ἤκουσεν καὶ ἔμαθεν ἐτότε ὁ Δεσπότηςὅτι ἐμισσέψαν οἱ Ρωμαῖοι ᾿κ τὸ κάστρον τῶν Γιαννίνων,περίχαρος ἐγίνετου, δρομαίως ἀπῆλθε ἀτός τουἐκεῖ ὅπου ἦτον ὁ πρίγκιπας, λέγει του τὰ μαντᾶτα.Τὸ ἀκούσει το ὁ πρίγκιπας, λέγει του· «Τί ἀναμένεις; »κράζει τὸν πρωτοστράτοραν ντὲ Σαὶντ Ὀμὲρ ἐκεῖνον,ὥρισε. «Νὰ λαλήσουσιν ὅλα μας τὰ σαλπίγγιατὰ ἀλλάγια ἂς χωρίσουσιν, σπουδαίως τὰ ὑπαγαίνουν