478 Κι ὁ ρῆγας, ὡς παμφρόνιμος στρατιώτης ὅπου ἦτον,τὸν πρίγκιπαν ἐλάλησεν, οὕτως τοῦ ἀπεκρίθη·«Γίνωσκε, πρίγκιπα ἀδελφέ, φίλε καὶ συγγενῆ μου,οὐκ ἔνι πρᾶγμα σήμερον εἰς τὸν παρόντα κόσμον,ἢ φρόνεσις ἢ μηχανία, καμμία ἐπιδεξιωσύνη,τοῦ νὰ μηδὲν τὴν ἔποικα εἰς τὸν ἐχτρόν μου ἐπάνω,μόνι νὰ τὸν ἐνίκησα νὰ ἐπῆρα τὴν ἀφεντίαν του.Λοιπόν, καλέ μου συγγενῆ, ὡς φρόνιμος ὅπου εἶσαιἀφότου ἐπαιδεύτηκες στῆς Ρωμανίας τὶς μάχες,νὰ ἐξεύρεις καὶ τὲς μηχανίες ὅπου ἔχουσιν οἱ Τοῦρκοι,ἐδῶ ἔχεις τὰ φουσσᾶτα μας κι ὡς θέλεις, διόρθωσέ τα».Ἐνταῦτα τοῦ ἀπεκρίθηκεν ὁ πρίγκιπα Γυλιάμος.479 «Ἀφέντη, ἀφῶν ὀρέγεσαι κι ὁρίζεις νὰ τὸ ποιήσω,νὰ πράξωμε μὲ φρόνεσιν καὶ μὲ τὲς μηχανίες,ἄκουσον πρῶτα νὰ σὲ εἰπῶ τὴν πρᾶξιν ὅπου λέγω,κ᾿ εἰ μὲν σὲ φαίνει ἀρεστόν, οὕτως νὰ τὸ διορθώσω».Ἐνταῦτα ἄρξετον νὰ λαλῇ καὶ νὰ τοῦ ἀφηγᾶται,τὸ πῶς οἱ Τοῦρκοι κ᾿ οἱ Ρωμαῖοι οὐδὲν εἶναι στρατιῶτεςνὰ πολεμοῦν εἰς πρόσωπον ὡσὰν ἐμεῖς οἱ Φράγκοι,διατὸ ἔχουν πονηρίαν καὶ πολεμοῦν μὲ τέχνην·«Κι ἀφότου ὁρίζεις νὰ γενῇ νὰ πράξωμε ὡς τὸ λέγω,νὰ σὲ διδάξω καὶ νὰ εἰπῶ τὸ πῶς θέλομεν πράξει.480 Ὁ τόπος ἐτοῦτος ὅπου εἴμεστεν ἔνι κλαστώδης τόποςκι οὐδὲν ἔνι διὰ πόλεμον κάμπος πλατύς, καθάριος,ὡς πολεμοῦν εἰς τὴν Φραγκίαν κ᾿ εἰς ὅλα τὰ ρηγᾶτα.Διὰ τοῦτο ἂς χωρίσωμεν ἀπὸ ὅλα μας τὰ ἀλλάγιαλαφροὺς ἀνθρώπους, φρόνιμους, στρατιῶτες παιδεμένους,καὶ νὰ ἔχουν ἄλογα ἐλαφρὰ νὰ διώξουν καὶ νὰ φύγουν,
Ποίημα · 1330
ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΝΡΑΔΙΝΟΥ (Β΄)
Ἀνώνυμος (Χρονικόν τοῦ Μορέως) · Τὸ Χρονικὸν τοῦ Μορέως