257 Κι ὡς τὸ ἤκουσεν ὁ πρίγκιπας κι ὡς τὸἐπληροφορέθη,ἐπῆρεν τοὺς καβαλλαρίους καὶ τοὺς φλαμουραρίους του.258 Ὁλόρθα ἐκεῖσε ἐδιάβηκεν εἰς τὴν παλαίαν τὴνΠάτραν·στὸν Ἔπακτον ἀπέσωσεν ἐτότε ὁ Δεσπότης,ἀπὸ τὸ Δράπανο περνᾷ καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Πάτραν,ἐνώθη μὲ τὸν πρίγκιπα ἐκεῖνον τὸν γαβρόν του.Χαρὰν μεγάλην ἔποικαν ἐκεῖνοι κι ὁ λαός τους·κι ὅσον ἐπεριχάρησαν καλὰ στὴν ὄρεξίν τους,ἐκάθισαν ἀμφότεροι μετὰ τοὺς κεφαλᾶδεςκι᾿ ὅλους τοὺς φρονιμώτερους ὅπου εἴχασι μετ᾿ αὔτους.259 Ἐνταῦτα ἄρχασεν λαλεῖ ἐκεῖνος ὁ Δεσπότης,νὰ λέγῃ παραπόνεσες ἐκ τὲς ζημίες ὅπου εἶχενἐκ τὸν Σεβαστοκράτορα, τὸν ἀδελφόν του ἐκεῖνον.Καὶ ὅσον ἀποπλήρωσεν τὲς παραπόνεσές του,ὅλοι οἱ φρονιμώτατοι ἀπὸ τὸ Δεσποτᾶτοβουλὴν ἐδῶκαν δολερὴν, ὕστερα ἐμετενοῆσαν,ὅπως νὰ φουσσατέψουσιν οἱ δύο αὐταδέλφοι ἐκεῖνοι,ὁ Δεσπότης μὲ τὸν Πρίγκιπαν μὲ ὅσα φουσσᾶτα ἔχουν,καὶ ν᾿ ἀπεράσουν τὴν Βλαχίαν στὴν Ρωμανίαν νὰ σέβουν,
Ποίημα · 1330