Μετάβαση στο περιεχόμενο
Ποίημα · 1330

ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΠΡΙΓΚΗΨ (Α΄)

Ἀνώνυμος (Χρονικόν τοῦ Μορέως) · Τὸ Χρονικὸν τοῦ Μορέως
ἐδιόρθωσεν, ὁ πρίγκιπας τὸν παρακαθισμόν τους.192 Λοιπόν, διατὶ ἔνι τὸ βουνὶ τοῦ κάστρου τῆς Κορίνθουπλατὺ καὶ μέγα, φοβερόν, κι ἀπάνω ἔνι τὸ κάστρον,εὑρίσκεται πρὸς μεσημβρίαν τοῦ ἐκεινοῦ τοῦ κάστρουὁκάτι ἕνα βουνόπουλον, τραχῶνι γὰρ μὲ σπήλαιον.Κι ὁρίζει ἐνταῦτα ὁ πρίγκιπας κι ἀπάνω ἔχτισε κάστρον,Μοῦντ᾿ Ἐσκουβὲ τὸ ὠνόμασαν, οὕτως τὸ κράζουν πάλε·κι ἀπὸ τὴν ἄλλην γὰρ μερέαν, τὸ λέγουσιν πρὸς ἄρκτον,ὁ Μέγας Κύρης ἔποικεν κάστρο ἐδικό του ἐκεῖσε.Ἐβάλασιν σωτάρχισιν, σκουταροτζαγρατόρους.193 Καὶ τόσα τοὺς ἐστένεψαν τοὺς Κορινθαίουςἐνταῦτα,ὅτι ποσῶς οὐκ εἶχαν ἀπάδειαν ξύλο κανὲν νὰ ἐμπάσουν,οὐδὲ σωτάρχιση καμμία νὰ τοὺς ἐμπῇ ποθόθεν·μόνι τὸ ὕδωρ τὸ πολὺ τῶν βρύσων καὶ πηγάδων,ὅπου εἶναι ἀπάνω στὸ βουνὶ ἀπέσω εἰς τὸ κάστρον,αὐτόνο εἴχασι πολύ, καὶ ποῖος νὰ τοὺς τὸ ἐπάρῃ.194 Λοιπόν, ἂν ἤθελα λεπτῶς νὰ σὲ τὰ ἔγραψα ὅλα