Ἄκρη τὸ ἀνώνυμο ὄργανοστὴν κρύα πλατεία σαλεύεικι’ ἄσφαλτα τὶς παράκαιρεςτὶς νότες του δουλεύει.
Δὲ μελετάει τὰ ὀνείρατακι’ -ἀπόψε- ἕνα πρὸς ἕναδὲ λύνονται τὰ μυστικὰκαὶ τὰ μαρτυρημένα.
Δὲν πάει νὰ παραπονεθῆ,μηδὲ νὰ καλοπιάση:μόνο ἐρεθίζει τὴν καρδιὰκαὶ κλαίει γιὰ νὰ δαγκάση.
Πιὸ ἀλύγιστα, παρὰ γλυκά,ξορκίζει καὶ μαλλώνει.Κι’ ὡς νἆταν λόγος, ποὺ ἄσκεποτὸ πεῖσμα τὸν κλειδώνει,
ἦχος σκληρὸς κι’ ἀγύριστος,ποὺ τὸ σκοπό του χάνω,πάει κ’ ἔρχεται στὰ τέλια τουκαὶ στὰ κλειδιά του ἀπάνω
τόσο πολύ, ποὺ εἶν’ ἀρκετὸγιὰ τὴν ψυχή, -ὡς νὰ πάψη-ὄχι νὰ στέρξη, -μοναχὰνὰ δυνηθῆ νὰ κλάψη.